«…Ετούτα είναι της Μηλιάς τα δυτικά χωρία, τα άλλα είναι βορεινά στη μεσιανή μερία. Μπροστά είν' η Καστάνιτζα, στις μάχες ξακουσμένη και στην Τουρκίαν ακούεται, ας είν' και μεθυσμένη. Το Σελεγούδι το πτωχό, τα Κόκκινα Λουρία, ο Άγιος Νικόλαος και άλλα δυο χωρία Μαλτζίνα λέγεται το εν, Αρχοντικόν το άλλο και έως εδώ σώνονται, δεν είναι πλέον άλλο...»

Όλα τα Μπαρδουνοχώρια κατά τον Γ. Δ. Καψάλη (Μεγ. Ελλ. Εγκυκλ. τόμ. ΙΖ΄, σελ. 512) είναι τα εξής: Καστάνια, Σελεγούδι, Ποτάμι, Παλιά Μπαρδούνια (ή Μποσινέϊκα), Τσεσφίνα (Δεσφίνα), Άγιος Νικόλαος, Κόκκινα Λουριά, Μαλιτσίνα (Μέλισσα), Αρχοντικό, Κάστρο της Μπαρδούνιας (αυτό επί τουρκοκρατίας κυρίως το κατείχαν οι Μπαρδουνιώτες Τουρκαλβανοί), Σίνα, Στροντζά (Προσήλιον), Ρόζοβα (Λεμονιά), Ζελίνα (Μελιτίνη), Τσέρια (Αγία Μαρίνα), Άρνα, Κοτσατίνα (Σπαρτιά), Γόλα (μονή από Έλληνες μοναχούς), Γοράνοι, Πυλοβίτσα (Πολοβίτσα), Κουρτσούνα (Βασιλική), Λιαντίνα, Ποταμιά, Πρίτσα (Παλαιόβρυση), Τάραψα, Πετρίνα. Μετά το 1821 δεν έμεινε ούτε ένας Τουρκαλβανός. Το 1835 ανήκαν στους δήμους Μελιτίνης και Φελίας, και εν μέρει στων Κροκεών. Από το 1912 χωρίσθηκαν σε κοινότητες, από το 1998 με τον Καποδίστρια άλλα άνηκαν στον δήμο Σμήνους και άλλα στον δήμο Φάριδος και από το 2011 με τον Καλλικράτη αυτά του Δήμου Σμήνους ανήκουν πλέον στον Δήμο Ανατολικής Μάνης και αυτα του Δήμου Φάριδος στον Δήμο Σπάρτης.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλιοπροτάσεις – Ο Σαμπατές Ζει


Πριν από έντεκα περίπου χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο του σπαρτιάτη συγγραφέα, με καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του από τον Άγιο Νικόλα, Δημήτρη Πετσετίδη “Ο Σαμπατές Ζει. Και άλλες Ιστορίες του Γλυκού Νερού” από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ασχολείται με την επαύριο της ταραγμένης εποχής του εμφυλίου, που η περιοχή μας βίωσε πολύ έντονα, και με τους λαϊκούς μύθους που την ακολούθησαν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι η ιστορία φαίνεται να εξελίσσεται στην περιοχή της Βαρδούνιας.
Παραθέτω πιο κάτω την κριτική της Μάρης Θεοδοσοπούλου στο Βήμα της 30ης Αυγούστου 1998 (το έντονο χρώμα δικό μου):

Σπαρτιάτικος βίος


Ο Γιάννης Πάνου, στο προλογικό κεφάλαιο του μυθιστορήματος «... από το στόμα της παλιάς Remington...», τοποθετεί τον τελευταίο ένοπλο αντάρτη του Εμφυλίου, το 1952, σε μια σπηλιά του Πάρνωνα, νεκρό. Ενώ ο Δημήτρης Πετσετίδης μεταθέτει την ανεύρεση του τελευταίου νεκρού, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, το 1988, σε μια σπηλιά του Ταΰγετου. Από την πλευρά του ο Θανάσης Βαλτινός βρίσκει επιζώντες στις υπώρειες του Μαλεβού και αφουγκράζεται τις ιστορίες τους, από την εποχή που ο Εμφύλιος ξεψυχά στην Πελοπόννησο.

Σαράντα εννέα χρόνια μετά την επίσημη λήξη του Εμφυλίου και, από ό,τι φαίνεται, αυτός εξακολουθεί να γονιμοποιεί τη συγγραφική φαντασία, παρά τις παραινέσεις των θεωρητικών της λογοτεχνίας. Αν και για τον Γ. Πάνου ο Εμφύλιος μάλλον εξαντλήθηκε, αφού με το δεύτερο βιβλίο του μπήκε σε άλλες περιπέτειες, το ίδιο δύσβατες και επισφαλείς, όπως είναι οι μεταμορφώσεις του ανθρώπινου στοχασμού και της αισθητικής. Και αυτά, μόνον όσον αφορά τους συγγραφείς που αρδεύουν τη μυθολογία τους από την ίδια ορεινή γεωγραφική περιοχή της Πελοποννήσου. Ενώ από τα δυτικά, στην ορεινή Τριφυλία, τους κλείνει το μάτι, νεαρός εκείνα τα χρόνια, ο Όμηρος Πέλλας.

Ο τελευταίος αντάρτης του Δ. Πετσετίδη είναι ο ήρωας του διηγήματος «Ο Σαμπατές ζει», που δίνει κατά το ήμισυ και τον τίτλο της συλλογής. Το όνομά του είναι Βαγγέλης Γκεβάρας, γνωστός με το παρωνύμιο Σαμπατές. Σύμφωνα με την ιστορία, προδομένος από τους χωρικούς που παλαιότερα τον περιέθαλπαν, βρίσκεται περικυκλωμένος από καταδιωκτικό απόσπασμα. Ένα χιλιοτρυπημένο κουφάρι αφήνουν πίσω τους οι στρατιώτες. Όμως, όταν αργότερα το αναζητούν για να κόψουν το κεφάλι, σύμφωνα με τη διαταγή του διοικητή, ο νεκρός έχει εξαφανιστεί. Πολλοί μαρτυρούν ότι τον είδαν να περιφέρεται στο χωριό.

Οι μύθοι μιας ταραγμένης εποχής συναπαντιούνται και επικαλύπτονται. Στην ιστορία του Μάρκου Μέσκου, «Στο ποτάμι του Χαλιμά» (από τη συλλογή πεζογραφημάτων «Κομμένη γλώσσα»), ένας άλλος αδικοχαμένος του Εμφυλίου, ο Εδεσσαίος Χρήστος Νέπκας, περιφέρεται στους δρόμους της πόλης του, αναζητώντας και αυτός το σπίτι της καλής του. Ο Δ. Πετσετίδης όμως, όπως παίζει με τα ονόματα, δίνει ένα διαφορετικό βάθος πεδίου στην ιστορία του. Ο Σαμπατές ζει ανακαλεί με το ισπανοφανές του ονόματος το σύνθημα Ο Τσε ζει. Για τους απανταχού χωρικούς ο νεκρός αντάρτης γίνεται άγιος και προστάτης. Είναι η λαϊκή φαντασία που πλάθει μύθους και διαιωνίζει τη μνήμη.

Όσο για το παρωνύμιο Σαμπατές, σε μια πρώτη ανάγνωση ηχεί σαν ένα τυχόν παραφθαρμένο πελοποννησιακό επίθετο. Όμως, καθώς μπαίνει εμβληματικά και στον τίτλο του βιβλίου, θα μπορούσε να παραπέμπει, λ.χ., στον καταλανό αναρχικό Φραντσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ• ένα Ρομπέν των δασών που έδρασε στη δεκαετία του '40 εναντίον του φρανκικού καθεστώτος στην Ισπανία. Νομίζουμε πως ο Δ. Πετσετίδης, με την επιλογή των ονομάτων, προβάλλει στην ιστορία του τελευταίου ένοπλου αντάρτη τη μοίρα όλων των λαϊκών ηρώων που οι συνθήκες τους μετέτρεψαν σε πρόσωπα μυθικά. Ωστόσο στα εμφυλιακά διηγήματα του Δ. Πετσετίδη συχνά εμπλέκονται και αυτοί που τότε δήλωναν ακραιφνείς εθνικόφρονες για να βολευτούν, όπως ο ήρωας στο καλοδουλεμένο διήγημα «Το σεβρολετάκι».

Αυτός είναι ο ένας πόλος του βιβλίου. Όμως, όπως σαφώς δηλώνει και ο τίτλος, υπάρχει και ένας δεύτερος πόλος, ισοβαρής. Ιστορίες του γλυκού νερού αποκαλεί με ειρωνική διάθεση ο Δ. Πετσετίδης τις υπόλοιπες διηγήσεις, τις αναίμακτες και άκαπνες. Σε αντίθεση με τις φουρτουνιασμένες και γεμάτες δράση ιστορίες του Εμφυλίου, αυτές που άκουγε παιδιόθεν και έφτιαχνε την παρακαταθήκη του. Μάλιστα, οι δύο πόλοι, στο πρώτο διήγημα της συλλογής, «Νερό ποταμίσιο», συνυπάρχουν, αφού συχνά, στη δεκαετία του '40, η γαλήνη του τόπου των παιδικών παιχνιδιών ράγιζε από τις ριπές συμπλοκών και εκτελέσεων.

Όπως και στις τρεις προηγούμενες συλλογές του Δ. Πετσετίδη, τα διηγήματα παρουσιάζονται θεματικά ανόμοια. Δίπλα στα εμφυλιακά παρατάσσονται διηγήματα με παιδικές μνήμες από το χωριό της γιαγιάς, φοιτητικές ιστορίες από την Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του '50, καθώς και κάποιες πρόσθετες ιστορίες που αποπειρώνται υπέρβαση των ρεαλιστικών ορίων. Από τη φύση τους, οι μνημονικές αναδρομές κουβαλούν το αίσθημα της νοσταλγίας, ωστόσο στην αφήγηση δεν υπάρχει συγκινησιακός φόρτος, ούτε και οι λυρικοί τόνοι που συναντούμε στα διηγήματα του Όμηρου Πέλλα, και αυτά με παιδικές και εφηβικές μνήμες.

Ο Δ. Πετσετίδης προτιμά τις στρογγυλεμένες και ακριβόλογες περιγραφές, που τις ταράζουν, από καιρού εις καιρόν, ειρωνικές νύξεις. Παρατηρούμε πως στα πρόσφατα διηγήματα ο συγγραφέας δείχνει μεγαλύτερη έγνοια για τη γλώσσα, φροντίζοντας να εναρμονίζεται ο βαθμός λογιότητας με τις περιγραφόμενες καταστάσεις. Πάντως, παραμένει φειδωλός στους επιθετικούς προσδιορισμούς, τους οποίους και επιλέγει με ιδιαίτερη προσοχή.

Ένας παραδείσιος τόπος παιχνιδιών και μύησης στη ζωή είναι το χωριό της γιαγιάς, ώστε η αντίθεση, με όσα βίαια συνέβαιναν τότε, να προβάλλει εντονότερη. Το τοπωνύμιο μένει κρυφό, αν και δίνεται το γεωγραφικό στίγμα του χωριού, εφόσον τοποθετείται 35 χλμ. από τη Σπάρτη και 15 χλμ. από τον δημόσιο δρόμο Σπάρτης - Γυθείου. Στα 64 συνολικά διηγήματα του Δ. Πετσετίδη υπάρχουν διάσπαρτα τοπωνύμια της ευρύτερης περιοχής. Είναι σε ένα διήγημα της πρώτης συλλογής «Δώδεκα στο δίφραγκο», στο «Φαντάροι στους Μύλους», όπου κατονομάζεται το χωριό της γιαγιάς, στο βάθος της χαράδρας.

(Να παρατηρήσουμε πως το συγκεκριμένο διήγημα αποτελεί μια πρώτη εκδοχή του πρόσφατου «Ο Σαμπατές ζει»). Το χωριό Μύλοι, μαζί με τα Βαρδούνια και το Κάστρο ανήκαν άλλοτε στην κοινότητα Αγίου Νικολάου επαρχίας Λακεδαίμονος, το χωριό της γιαγιάς από μητέρα του ίδιου του συγγραφέα, σύμφωνα με το λεπτομερειακό βιογραφικό του στο αφιέρωμα του περιοδικού «Μανδραγόρας». Βρισκόμαστε λοιπόν στα Βαρδουνοχώρια, στις μέχρι πρότινος δασώδεις πλαγιές του Ταΰγετου, εκεί όπου τα παλιά χρόνια, πριν από το 1821, είχαν το άντρο τους τουρκαλβανοί ληστές.

Τα παιδικά παιχνίδια διαδέχονται οι ερωτικές ιστορίες, κατά κανόνα γλισχρές και με άδοξο τέλος, καθώς ο βίος του επαρχιώτη φοιτητή πριν από σαράντα τόσα χρόνια, στις γειτονιές της Αθήνας, φαίνεται πως ήταν μάλλον σπαρτιάτικος. Κυρίως τα διηγήματα σκιαγραφούν την περιοχή των Εξαρχείων και τη συνοικία της Νεαπόλεως. Ένα αντιπροσωπευτικό διήγημα για τα φοιτητικά ήθη εκείνων των χρόνων, «Το φολκσβάγκεν του Θανασάκη», διαδραματίζεται σε ένα ωραίο διώροφο εποχής, που σώζεται ως σήμερα μεταμορφωμένο σε καφωδείο, σε έναν από τους πολυάριθμους δρόμους της περιοχής που φέρουν ονόματα επιφανών Βυζαντινών.
Σε μια υποθετική ανθολογία φοιτητικών αθηναϊκών διηγημάτων που θα ξεκινούσε από τους παλαιότερους λογοτέχνες και τη γενιά του '30, ο Δ. Πετσετίδης θα πρόσθετε μια αρμαθιά διηγημάτων με χαρακτηριστικούς τύπους και ξεπεταγμένα θηλυκά της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας. Αν και το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος τελικά δεν καταργήθηκε, το διήγημα ασθενεί βαρέως, καθώς οι θεράποντες του είδους βαθμηδόν υποχωρούν. Ο Δ. Πετσετίδης παραμένει, μέχρι στιγμής, στις επάλξεις και η τέταρτη συλλογή του είναι μία από τις ελάχιστες της εφετινής χρονιάς.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Οι Τουρκοβαρδουνιώτες


Του Σταύρου Καπετανάκη*

"Η περιοχή της Βαρδούνιας βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, νότια του Μυστρά και βόρεια της Ανατολικής Μάνης. Η λεγόμενη “πέρα Ρίζα” περιλάμβανε τα χωριά, που κατοικούσαν οι Τουρκοβαρδουνιώτες, Γοράνοι, Πολοβίτσα, Ποταμιά, Δαφνί, Κουρτσούνα (Βασιλική), Κοτσατίνα (Σπαρτιάς), Αρνα, Βίγλα, Λεβέτσοβα (Κροκεές), Ταράψα (Βασιλάκιον), Ασήμι, Πρίτσα (Παλιόβρυση), Τσέρια (Αγία Μαρίνα), Ζελίνα (Μελιτίνη), Λάγιου, Στεφανιά, Στροτζά (Προσήλιο), Ρόζοβα (Λεμονιά) Πετρίνα και Τρίνησα. Αντίθετα η “δώθε Ρίζα” περιλάμβανε τα χωριά Καστάνιτσα, Αρχοντικό, Κόκκινα Λουριά, Αγιος Νικόλαος, Μαλτσίνα και Σελεγούδι και είχε αμιγή ελληνικό πληθυσμό. Αποτέλεσε δε την καπετανία της Καστάνιτσας, την οποία είχε η οικογένεια Βενετσανάκη. Τα χωριά των Ελλήνων, δηλαδή της “δώθε Ρίζας”, χωρίζονταν από τα τουρκοβαρδουνιώτικα με τον ποταμό Βαρδούνια ή Σμήνο και είχαν προσκολληθεί στην Εξω Μάνη. Στα Βυζαντινά χρόνια υπήρχε το κάστρο της Βαρδούνιας, το οποίο στη διάρκεια του τουρκο-βενετικού πολέμου (1463-1479) ήταν στα χέρια των Βενετών.
Στα χρόνια της πρώτης τουρκοκρατίας (1460-1685) στην περιοχή του κάστρου του Πασσαβά και της Βαρδούνιας εγκαταστάθηκαν Τούρκοι, οι οποίοι φεύγοντες το 1685 με την Βενετική κατάκτηση, άφησαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τις οποίες η νέα διοίκηση των Βενετών νοίκιαζε στους Μανιάτες, όπως φαίνεται από τα κατάστιχα της εποχής.
Οταν με τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821 ήρθαν πάλι οι Τούρκοι, ο Νταμάντ Αλή πασάς, πρωθυπουργός τότε της Τουρκίας, εγκατέστησε σε μεγάλο μέρος της Βαρδούνιας μουσουλμάνους Αλβανούς, για να εμποδίζουν τις επιδρομές των Μανιατών στη Λακωνία. Αυτοί, γνωστοί ως Τουρκοβαρδουνιώτες, αποτέλεσαν ένα αντίβαρο για τους ανυπότακτους Μανιάτες και οι Τούρκοι τους χρησιμοποιούσαν σαν εμπροσθοφυλακή, όσες φορές έκαναν εισβολή στη Μάνη.
Στα Βαρδουνοχώρια υπήρχαν πύργοι, όπου κατοικούσαν οι τοπικοί ηγέτες τους, που είχαν τον τίτλο του αγά. Τον Αμούς αγά προσφωνούσαν “Μουσάγα”.
Μεταξύ τους οι αγάδες αναγνώριζαν έναν σαν αρχηγό, στο όνομα του οποίου πρόσθεταν τη λέξη “Βαρδούνιας”, όπως Μουσά Βαρδούνιας ή Ζαβαρδούνιας. Ο αγάς ήταν κάτι αντίστοιχο με τον τοπικό καπετάνιο της Μάνη και ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην περιοχή του. Οι πύργοι των Τουρκοβαρδουνιωτών ήταν χτισμένοι σε οχυρές θέσεις και θεωρούνταν απόρθητοι.
Στα περισσότερα από τα Βαρδουνοχώρια ζούσαν και ελληνικές οικογένειες, οι “τουρκανάκατοι” όπως τους έλεγαν. Υπήρχαν όμως πολλά παράπονα για τη βάρβαρη συμπεριφορά των Τουρκοβαρδινιωτών απέναντι στους Ελληνες.
Οι Τουρκοβαρδουνιώτες υπήρξαν και αυτοί ανυπότακτοι, όπως οι γείτονές τους Μανιάτες και επιδίδονταν σε ληστείες, δημιουργώντας συχνά προβλήματα στην Τουρκική Διοίκηση. Ο Ι. Φιλήμων τους παρομοιάζει με τους αρματολούς της Ρούμελης και ο Πασάς της Τριπολιτσάς πολλές φορές έκανε πόλεμο μαζί τους ή αναγκαζόταν να εξαγοράσει τη φιλία τους. Οι Τουρκοβαρδουνιώτες αποτελούσαν στο Μοριά ‘‘κράτος εν κράτει”. Αναφέρεται ακόμη ότι: “...πας τις δε, ή Τούρκος ή Ελλην, γινόμενος ένοχος κακουργήματος οιουδήποτε εν Μυστρά, ελεύθερος έμενε και ακαταδίωκτος παρά της αρχής, άμα κατέφευγε εις το Παρόρι.
Αλλως, ενδεχομένη καταδίωξις και σύλληψις του κακούργου από του ασύλου αυτού εγίνετο κήρυγμα πολέμου των Βαρδουνιωτών κατά της αρχής...”.
Μεταξύ Μανιατών και Τουρκοβαρδουνιωτών υπήρχαν τόσο φιλίες, όσο και έχθρες. Οταν η Τουρκική Διοίκηση καταδίωκε κάποιον από τους Τουρκοβαρδουνιώτες, αυτός εύρισκε άσυλο σε έναν από τους πολλούς φίλους που είχε στη Μάνη και αντιστρόφως οι Μανιάτες, οι οποίοι διώκονταν από Τούρκους ή Ελληνες αντιπάλους τους, κατέφευγαν στα Βαρδουνοχώρια. Αντίθετα όταν οι Τούρκοι ήθελαν να εισβάλλουν στη Μάνη χρησιμοποιούσαν τους Τουρκοβαρδουνιώτες και όταν ήθελαν να χτυπήσουν κάποιον από τους Τουρκοβαρδουνιώτες καλούσαν σε βοήθεια τους Μανιάτες.
Στους Βαρδουνοχωρίτες είχαν εισχωρήσει και πολλά εγκληματικά στοιχεία από άλλα μέρη.
Μανιάτες, απόβλητοι από τις τοπικές τους κοινωνίες για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά, εύρισκαν άσυλο στα Βαρδουνοχώρια, απαρνιούνταν τη χριστιανική πίστη τους και ήταν γνωστοί ως “τζερεμέδες”. Ακόμη το 1779, όταν ο Γαζή Χασάν πασάς εξόντωσε τους Αλβανούς, που καταδυνάστευαν το Μοριά μετά από τα Ορλωφικά, μερικοί από αυτούς βρήκαν άσυλο στα Βαρδουνοχώρια και έμειναν γνωστοί με το όνομα της φυλής τους “μπεκιάρηδες”. Να σημειωθεί ότι οι Τουρκοβαρδουνιώτες ήταν μεν μουσουλμάνοι, αλλά τζαμιά και ιμάμηδες δεν υπήρχαν στον τόπο τους, που έμοιαζε σαν ένα στρατόπεδο."

*Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία Γ (1715-1821)

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Η Περιοχή της Βαρδούνιας και οι άνθρωποι της στην Ελληνική Επανάσταση - Ολοκλήρωση

Σήμερα τελείωσε η, αρκετά κοπιαστική είναι αλήθεια, καταγραφή των Βαρδουνιωτών εκείνων οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επανάσταση, ή τουλάχιστον οι συγγενείς τους αργότερα υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης ως αγωνιστές. Σκοπός της προσπάθειας αυτής, όπως είχα γράψει και στο αρχικό μου σημείωμα δεν ήταν μόνο η αναφορά εκείνων που αγωνίσθηκαν, αλλά και η καταγραφή των οικογενειών που έμεναν τότε στην περιοχή, πράγμα αρκετά ενδιαφέρον για όλους εκείνους που επιζητούν να μάθουν τις ρίζες τους. Στο μέλλον, και ανάλογα με τις πηγές αλλά και τα ερεθίσματα που θα έχουμε, θα κάνουμε ανάλογες προσπάθειες. Για την καλύτερη παρουσίαση της όλης προσπάθειας συγκέντρωσης των ονομάτων, τα στοιχεία τα οποία είναι από το εξαίρετο βιβλίο του Σταύρου Γ. Καπετανάκη “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821”, ακολουθεί το αρχικό σημείωμα και αλφαβητικά τα ονόματα των Βαρδουνιωτών με άμεσο link σε κάθε πρόσωπο.

Η Περιοχή της Βαρδούνιας και οι άνθρωποι της στην Ελληνική Επανάσταση

Η περιοχή της Βαρδούνιας λόγω της θέσης της ως το φυσικό σύνορο των ελεύθερων ουσιαστικά περιοχών από την τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο, όντας και η ίδια ουσιαστικά διαιρεμένη, με τα χωριά κάτω από τον ποταμό Σμήνο (αυτά που αναφέρονται και στο έμμετρο του Νηφάκη) να αποτελούν μέρος της ελεύθερης Μάνης, αποτέλεσε μέρος πολεμικών μαχών τόσο πριν από την έναρξη της επανάστασης όσο και μετά. Για τα προεπαναστατικά γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, όπως την Μάχη της Καστάνιας και τον Παναγιώταρο, θα αναφερθούμε σε μεταγενέστερα σημειώματα. Από σήμερα θα ξεκινήσουμε μία αλφαβητική καταγραφή των Βαρδουνιωτών εκείνων που συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα και τιμήθηκαν από το Ελληνικό κράτος είτε με την απόδοση στρατιωτικών βαθμών, είτε μεταγενέστερα με την καταβολή στους ίδιους ή στους απογόνους τους πολεμικών αποζημιώσεων. Τα στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο του Σταύρου Γ. Καπετανάκη “Μανιάτες αγωνιστές του 1821” Έκδοση Συλλόγου Μανιατών, Καλαμάτα 2005, και είναι βασισμένα σε γραπτές πηγές, όποτε αναπόφευκτα κάποια ονόματα έχουν παραληφθεί. Σκοπός της αναφοράς τους δεν είναι μόνο η αναγνώριση της προσφοράς τους, αλλά και η χαρτογράφηση των οικογενειών που ζούσαν εκείνη την εποχή στην περιοχή. Αυτό που γίνεται αντιληπτό, και όχι μόνο από αυτό το βιβλίο αλλά και το “Η Πετρίνα από το 17ο αιώνα" Αθήνα 1989 του Άρη Γ. Πουλημενάκου , είναι ότι στα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι τις ημέρες μας έχουμε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών εντός των χωριών της Βαρδούνιας, αλλά και από και προς τα χωριά της περιοχής από άλλες περιοχές (κυρίως της Μέσα Μάνης), καθώς επίσης και ότι νέα οικογενειακά δέντρα ξεκίνησαν.
Οι Βαρδουνιώτες αγωνιστές αλφαβητικά είναι:
Αλεξανδράκος-Μυρκλάκος Ηλίας
Αλικάκος Βασίλειος
Βαρτζακάκος ή Μάνης Παναγιώτης
Βενετσανάκης Βασίλειος
Βενετσανάκης Ηλία Νικόλαος
Βενετσανάκης Θωμά Βενετσάνος
Βενετσανάκης Λιάκος
Βενετσανάκης Λιάκος
Βενετσανάκης Λιάκου Γεώργιος
Βενετσανάκης Ματζουράκος ή Ματζουρίδης Γεώργιος
Βενετσανάκης Νικ. Γιάννης
Βενετσανάκης Νικολάου Αναγνώστης
Βενετσανάκης Παναγιώτης
Βενετσανάκης-Καπετανάκος Αναγν. Ξανθος
Βενετσανάκης-Λιακάκος Γεώργιος
Βενετσανάκης-Λιακούνης-Λιακουνάκος Γεώργιος
Βενετσανάκης-Ματζουράκος Ξανθός
Βενετσανάκης-Μουτζουράκος Γεώργιος
Βενετσανάκης-Τζανετάκος Βενετσάνος
Βενετσανάκος-Ματζουράκος Ιωάννης
Γιαννακάκος Παναγιώτης
Γιάνναρος Ιωάννης
Γραφάκος Ιωάννης
Γρηγοράκος Ιωάννης
Δημητράκος-Εξαρχάκης Αναγνώστης
Διακουμάκος Γεώργιος
Διπλαράκος Θωμάς
Εξαρχάκης Μαρίνος
Εξερχάκης-Καλαματάκος Νικόλαος
Καπετανάκος Θ. Νικόλαος
Καρβούνης Παναγιώτης
Κωνσταντάκος Γεώργιος
Κωνσταντάκος Παναγιώτης
Λάγος-Οικονομόπουλος Αναγνώστης
Λαγουσάκος Ηλίας
Λιακάκος Χριστόδουλος
Λιτζάκος Πέτρος
Λυτζέρης Δημήτριος

Μπούμπουνας Ευστράτιος
Μπουτεράκος-Μποναράκος Νικόλαος
Οικονόμου-Πουλικάκος Νικόλαος
Παναγουλάκος Παν. Ηλίας
Παπαλεξανδράκος ή Παπαλεξάνδρου Παναγιώτης
Πατσούρης-Πατσουράκος Παναγιώτης
Πλαγιάννης Μιχαήλ
Πλαγιανός-Πλαγιανάκος Γεώργιος
Ρογκάκος Πολυχρόνης
Ρογκάκος-Παπαδάκος Βασίλειος
Ρόζος-Ροζάκης Κυρ. Σταμάτιος
Σταθάκος Κυρ. Ηλίας
Σταθάκος Κυρ. Θωμάς
Σταθάκος Κυριάκος
Σταρόγιαννης Παναγιώτης
Στεφανάκος Σαράντος
Τανομενάκος Δημήτριος
Τριανταφυλλάκος Παναγιώτης
Τσικνάκος Σπυρίδων
Χειλάκος Δημήτριος
Χουσιανάς-Χουσιανάκος-Πουλάκος Παναγιώτης
Χρηστάκος-Μπαταριάς Νικόλαος

Χρηστάκος-Μπαταριάς Νικόλαος

Από τον Άγιο Νικόλαο. Πέθανε το 1861. Στην αίτηση που υπέβαλε ο γιος του Παναγιώτης το 1865, ο οποίος είχε και τέσσερις αδελφές, προσκόμισε πιστοποιητικό των Ν. Γιατράκου και Α. Ζαχαρόπουλου από το 1841. Χαρακτηρίσθηκε στρατιώτης (αρ.μητρ. 2049(4064), κουτί 227, φακ. 13).

(πηγή:"Μανιάτες Αγωνιστές του 1821" Σταύρος Γ. Καπετανάκης, Έκδοση Συλλόγου Μανιατών, Καλαμάτα 2005)

Χουσιανάς-Χουσιανάκος-Πουλάκος Παναγιώτης

Από την Καστάνια. Ήταν στην δύναμη του Παναγιώτη Γιατράκου κατά την πολιορκία του Κάστρου της Βαρδούνιας και τον ακολούθησε και αργότερα στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Κατά την άλωση της πόλης τραυματίσθηκε θανάσιμα στην θέση Μεγάλη Τάπια και πέθανε. Την αίτηση την υπέβαλε ο γιος του Νικόλαος, εκπροσωπώντας και τα υπόλοιπα επτά αδέλφια του, παρουσιάζοντας αρχικά πιστοποιητικό του 1844, υπογεγραμμένο από τους Λιάκο Γιατράκο, Σωτήρη Ζαχαρόπουλο και Π. Ματάλα, με το οποίο χαρακτηρίσθηκε στρατιώτης, και αργότερα των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Παναγιώτη Γιατράκου και Νικήτα Σταματελόπουλου με το οποίο χαρακτηρίσθηκε ανθυπολοχαγός (αρ.μητρ. 3020, κουτί 226, φακ. 13).

(πηγή:"Μανιάτες Αγωνιστές του 1821" Σταύρος Γ. Καπετανάκης, Έκδοση Συλλόγου Μανιατών, Καλαμάτα 2005)

Χειλάκος Δημήτριος

Από το Σελεγούδι. Κατατάχθηκε ως φροντιστής στην δύναμαη του Παναγιώτη Γιατράκου. Στην αίτηση την υπέβαλε ο γιος του Μαρίνος παρουσιάζοντας πιστοποιητικό του 1846 υπογεγραμμένο από τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Παναγιώτη Γιατράκο, Νικήτα Σταματελόπουλο, Ξ. Μουτζουράκο και Λιάκο Γιατράκο. Χαρακτηρίσθηκε υπαξιωματικός α΄ τάξεως (αρ.μητρ. 1809(4059), κουτί 225, φακ 105).

(πηγή:"Μανιάτες Αγωνιστές του 1821" Σταύρος Γ. Καπετανάκης, Έκδοση Συλλόγου Μανιατών, Καλαμάτα 2005)

Τσικνάκος Σπυρίδων

Από τα Κόκκινα Λουριά. Σκοτώθηκε στην μάχη του Πολυάραβου το 1826. Την αίτηση υπέβαλαν τα παιδιά του Δημήτριος, Αναστάσιος, Ιωάννης και Τριαντάφυλλη την βεβαίωσαν δε οι κοκκινολουριώτες Κ. Τζανάκος (ιερέας), Γ. Οικονομίδης, Δ. Πολυχρονάκος, Π. Τζανάκος, Γ. Χρηστάκος, Τ. Ρογκάκος, Π. Τζανετάκος και ο Δημαρχιακός πάρεδρος Μελιτίνης Αναγνώστης Δ. Εξαρχάκος. Χαρακτηρίσθηκε υπαξιωματικός β΄ τάξεως (αρ.μητρ. 643(1184), κουτί 215, φακ. 84).

(πηγή:"Μανιάτες Αγωνιστές του 1821" Σταύρος Γ. Καπετανάκης, Έκδοση Συλλόγου Μανιατών, Καλαμάτα 2005)